Archive for the 'Μυθολογία' Category

Μούσες Ετυμ. = μάω ή μώομαι ή μώσις (επιθυμώ) ή ομού ούσαι. Την ονομασία Μούσες έδωσε ο Πίερος, όπως αναφέρει ο Ησίοδος. Γεννήθηκαν από τους θεούς στα πανάρχαια χρόνια. Ήσαν φύλακες της γνώσης στα Μουσεία (βιβλιοθήκες και διδακτήριο), που διαιώνιζαν τον Ελληνικό Λόγο. Ιστορικά οι Μούσες του Παρνασσού ήσαν μεγάλες δασκάλες και δίδαξαν την πανάρχαια ελληνική ιστορία και την γενεαλογία των θεών του Ολύμπου, μέσα από τα κείμενα του Ησιόδου.

Όλοι σχεδόν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς τις επικαλούνται στην αρχή των έργων τους σαν υπαρκτά και διαχρονικά πρόσωπα και τις ικετεύουν να τους βοηθήσουν να αποδώσουν σωστά τον προφορικό ή γραπτό λόγο τους. Στις ζωγραφικές και γλυπτικές απεικονίσεις οι καλλιτέχνες τις παρουσιάζουν ως αέρινες μορφές με στοχασμό και θεϊκή ομορφιά, που κρατούν δάφνες και μουσικά όργανα και απαγγέλλουν ή τραγουδούν ολόγυρα από το μεγάλο δάσκαλο Απόλλωνα. Εντύπωση κάνει στον αναγνώστη των αρχαίων λόγων, ότι κανείς δεν αμφισβητεί την ύπαρξη τους. Οι Μούσες ήταν δεμένες με τη γνώση, το λόγο, τα γράμματα και τις τέχνες. Στην πρώτη γενιά των Μουσών ανήκουν οι επτά θυγατέρες του Ουρανού και της Γης (όσα και τα φωνήεντα του ελληνικού αλφάβητου). Στη δεύτερη γενιά οι εννέα θυγατέρες της Μνημοσύνης και του Δία.

Η καταγωγή.
Η παράδοση αναφέρει, ότι ο Ζευς ξεγέλασε την όμορφη και πανέξυπνη Μνημοσύνη και κοιμήθηκε μαζί της εννέα νύχτες. Η Μνημοσύνη γέννησε τις εννέα Μούσες, που ήσαν όμοιες σε όλα. Η Μνημοσύνη τις έδωσε να πς αναθρέψει η νύμφη Εύφημη και όρισε δάσκαλο τους τον Απόλλωνα,Οι εννέα Μούσες ήσαν: Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολυμνία, Ουρανία και η Καλλιόπη η ξεχωριστή σε όλο από τις άλλες. Οταν μεγάλωσαν έγιναν πολύ έξυπνες και ωραιότατες. Είχαν ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική, δεν τις ενδιέφεραν οι ανθρώπινες ασχολίες και αναζητούσαν ήσυχο τόπο για να αφιερωθούν στις Καλές Τέχνες. Ο Απόλλων τις έφερε στο μεγάλο και όμορφο όρος Ελικώνα, στην τοποθεσία που ήταν και ο παλαιότερος βωμός του Δία. Περνούσαν δε τον καιρό τους ως εξής: Ο Απόλλων στεκόταν στη μέση και έπαιζε τη λύρα του. Ολόγυρα οι Μούσες τραγουδούσαν και έπαιζαν και αυτές τα μουσικά τους όργανα. Ύστερα χόρευαν ολόγυρα από το βωμό και αργότερα κάθονταν πάνω σε δάφνες και τραγουδούσαν. Ο μεγάλος δάσκαλος Απόλλων πάντα στη μέοη με τη λύρα του. Ό,τι έψαλλαν ήσαν ύμνοι στο θεό και πατέρα τους Δία. Πολλές μέρες περνούσαν και στον Παρνασσό, επειδή και αυτό το βουνό ήταν θεϊκό και βρισκόταν εκεί το μεγάλο μαντείο του Απόλλωνος. Έκαναν περιπάτους και λούζονταν στις πηγές Ιπποκρήνη, την ωραιότερη πηγή στην κορυφή του Ελικώνος, Κασταλία, στον Παρνασσό, Αγανίππη, στη Βοιωτία και Αειβήθρα στη Μακεδονία- γι αυτό ονομάζονταν και Λειβηθρίδες.Οι αρχαιότερες Μούσες εμφανίζονται επί βασιλείας του Κρόνου.

.

Οι Μούσες και οι “Τέχνες”.
Η παράδοση αναφέρει: δύο Μούσες εφηύραν τη θεωρία και την πράξη στη μάθηση. Τρεις Μούσες εφηύραν τους τρεις μουσικούς τόνους αδρόν, μέσον και ισχνόν τις τρεις χορδές της Λύρας, τις τρεις προσωδίες οξεία, βαρεία, περισπωμένη και τους τρεις χρόνους παρεληλυθότα, ενεστώτα, μέλλοντα τα τρία πρόσωπα, τους τρεις αριθμούς, το τρίγωνο των αστέρων και άλλα τριάριθμα. Τέσσερις Μούσες εφεύραν τις τέσσερις διαλέκτους: ατ-τική, ιωνική, αιολική και δωρική. Πέντε Μούσες τις πέντε αισθήσεις: όραση, γεύση, όσφρηση, αφή και ακοή. Επτά Μούσες εφεύραν τις επτά χορδές της λύρας, τις επτά Ουράνιες ζώνες, τους επτά πλανήτες και τα επτά φωνήεντα του ελληνικού αλφάβητου.

(more…)

pluton.gifΟι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως η ψυχή του ανθρώπου μετά το θάνατο, “προχωρούσε” στον Κάτω Κόσμο. Η μετάβαση όμως δεν ήταν τόσο απλή καθώς υπήρχε μια σειρά από τελετουργίες που λάμβαναν χώρα ώστε να αποδοθούν όλες οι πρέπουσες τιμές στον νεκρό και έτσι να του “ανοίξουν τον δρόμο” για τις πύλες του Άδη.

Πριν την ταφή το σώμα του νεκρού πλενόταν αλειφόταν με αρωματικά έλαια και στη συνέχεια τον έντυναν με λευκό ένδυμα -λευκό= αγνότητα= δύναμη=ένωση με το Θείο-. Τοποθετούσαν έναν οβολό στο στόμα του ως “Πληρωμή” για τον Χάροντα που θα τον μετέφερε στην άλλη όχθη και έπειτα εξέθεταν τον νεκρό για μία ημέρα ώστε να τον δουν οι φίλοι και οι γνωστοί του και να του αποδώσουν τιμές.

Οι πενθούντες φορούσαν μαύρα ρούχα, έκοβαν κοντά τα μαλλιά τους και θρηνούσαν φωναχτά. ‘Έκλαιγαν, βογκούσαν και χτυπούσαν τα χέρια τους ως ένδειξη βαθιάς θλίψης.

Την επόμενη αυγή, οδηγούσαν το σώμα στον τόπο της ταφής. Η σωρός μεταφερόταν στους ώμους των συγγενών αν και σε περίπτωση που η οικογένεια ήταν πλούσια, το σώμα του νεκρού μεταφερόταν πάνω σε άμαξα με άλογα. Τη σωρό ακολουθούσαν οι φίλοι και η οικογένεια θρηνώντας. Οι οικογένειες που είχαν τη δυνατότητα προσλάμβαναν επαγγελματίες για να θρηνήσουν το νεκρό.

(more…)

Οι Μοίρες απεικονίζονται ως τρεις γυναίκες που κλώθουν. Το νήμα που κρατούν είναι η ανθρώπινη ζωή. Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, γνέθει το νήμα της ζωής, η δεύτερη, η Λάχεση, μοιράζει τους κλήρους, καθορίζει τι θα “λάχει” στον καθένα. Η τρίτη Μοίρα, τέλος, η ‘Ατροπος, κόβει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, όταν έρθει η ώρα, την κλωστή της ζωής των ανθρώπων.
Η λέξη “μοίρα” βγαίνει από το ρήμα “μοιράζω”, είναι δηλαδή το “μερίδιο” και το “μερτικό”, το κομμάτι που παίρνει ο καθένας από τη μοιρασιά ενός όλου. Οι Μοίρες ορίζουν τη γένεση, τη ζωή και το θάνατο των ανθρώπων και είναι γι αυτό παντοδύναμες. Παρά τη δύναμη που έχουν οι Μοίρες στη ζωή, την εξέλιξη και το τέλος της ανθρώπινης ζωής, είναι ο Δίας αυτός που τους παραχωρεί την πολλή μεγάλη εξουσία τους. Παραμένει δηλαδή ο Δίας Μοιραγέτης και οι θεοί υπακούν στη Μοίρα, μόνο και μόνο όμως επειδή οι ίδιοι την έχουν ορίσει.
Οι Μοίρες ήταν ιδιαίτερες παρουσίες στους γάμους, όπως στον γάμο του Δία και της Ήρας, όπου πήγαιναν και τραγουδούσαν. Όταν μια κοπέλα στην αρχαία Αθήνα γινόταν νύφη, πρόσφερε τις κοτσίδες της στις Μοίρες και οι γυναίκες ορκίζονταν στο όνομά τους. Επίσης οι Μοίρες είναι πάντα παρούσες στα σπουδαία γεγονότα, όπως για παράδειγμα στην ίδρυση των Ολυμπιακών Αγώνων από τον Ηρακλή. Επειδή η δύναμή τους φανερώνεται ιδιαίτερα κατά τη γέννηση του ανθρώπου, πιστευόταν ότι μπορούν να βοηθούν και στη γέννα. Έτσι, η Λάχεση λεγόταν ότι βοήθησε στη γέννα του Ασκληπιού.zeus.jpg
Ο Πίνδαρος πρόσθεσε στις τρεις Μοίρες την Τύχη, που θεωρεί μάλιστα ότι έχει μεγαλύτερο κύρος από τις άλλες αδελφές της. Αλλά την αρχική τριάδα ξανασυναντάμε και αργότερα στον Πλάτωνα που στο έργο του “Πολιτεία” τις ονομάζει κόρες της Ανάγκης και τις παρουσιάζει καθισμένες σε έναν θρόνο η καθεμιά τους με χιτώνες λευκούς και στεφάνια στο κεφάλι τους να συνοδεύουν με τη φωνή τους την αρμονία που βασιλεύει στις ουράνιες σφαίρες. Η Λάχεση ψάλλει το παρελθόν, η Κλωθώ το παρόν, η Ατροπος το μέλλον. Στον Αισχύλο οι Μοίρες μαζί με τις Ερινύες ήταν ματροκασίγνηται δηλαδή αδελφές από την ίδια μητέρα, τη Νύχτα.
Μέσα από αυτές τις μυθικές αντιλήψεις, διακρίνουμε τη διπλή, αμφίσημη φύση που είχαν οι Μοίρες. Όταν οι Μοίρες είναι κόρες της Νύχτας, θεωρούνται δυνάμεις κακοποιές και αυθαίρετες. Όταν είναι κόρες του Δία, είναι καλοπροαίρετες Θεότητες και όργανα μιας ανώτερης Θεϊκής τάξης. Οι Μοίρες είναι “ουράνιες και χθόνιες συνάμα”.